Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Παράπονο σκύλου

Έχω την όψη ανθρώπου και την καρδιά ενός σκύλου.
Φαίνεται θα ’μαι εγκαταλελειμμένο σκυλί, πεινασμένο που
η γειτονιά το ξέρει και τ’ αποδιώχνει με βία.
Γι’ αυτό τους ανθρώπους κοιτάζω στα χέρια.
Μέρα και νύχτα ο καιρός μέσα μου αλλάζει,
η ψυχή μου ντύνεται, γδύνεται, βρέχεται, υποφέρει.
Αν προσέξεις, το βλέμμα μου είναι σκυλίσιο.
Κατεβαίνει ένα υγρό παράπονο από τα μάτια μου
γιατί έλειψεν ο Κύριός μου. Έξω από την εκκλησιά
περιμένω να βγει. Ο Κύριός μου ας ήταν.
Κόσμος πολύς, ευλογημένος, με τα καλά του ντυμένος
μ’ απομακρύνει. Μα ο Κύριός μου δε βγαίνει. Έτσι
κυλάει η ζωή μου περιμένοντας από γωνιά σε γωνιά
από όνειρο σ’ όνειρο. Δεν έχω δύναμη άλλη απ’ την δύναμη να περιμένω.
Όμως μια μέρα της συνοικίας τα παιδιά, στην ουρά μου
τον τενεκέ δέσαν των σκουπιδιών. Έτρεχα αγκομαχώντας.
Τέλος αποσύρθηκα κάτω από τον τσίγκο της γειτονιάς
που η βροχή τον κεντούσε. Άκουγα πάνω τα βήματά της.
Σα να κοιμόμουν, σαν να ονειρευόμουν εγώ το εγκαταλελειμένο σκυλί
μου ήρθε να κλάψω. Όχι βέβαια για μένα που από κει
θα μ’ έδιωχναν πάλι. Αλλά γιατί δε θ’ άκουγα τα βήματα της βροχής
που μ’ έκαναν να ελπίζω πως έρχεται ο Κύριός μου.

Κρίτων Αθανασούλης

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Τα επτά παιδιά του Σιμενόν

"Τι σκέφτεσαι να κάνεις;" με ρώτησε ο Μπερνάλες.
"Να ταΐσω τον Σιμενόν."
"Δεν μπορείς να μιλήσεις σοβαρά; Από τότε που σε ξέρω δεν έχω μπορέσει να καταλάβω γιατί αγαπάς τόσο αυτό το ζώο. Να ήταν κανένας σκύλος θα το καταλάβαινα, μα ένας γάτος...!"
"Δεν συγκρίνεται ο γάτος με το σκύλο."
"Γιατί;"
"Θα σου απαντήσω με ένα χωρίο του Ζαν Κοκτώ: Προτιμώ τους γάτους από τους σκύλους γιατί δεν υπάρχουν αστυνομικοί γάτοι."

Ραμόν Δίας Ετερόβικ, Τα επτά παιδιά του Σιμενόν, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις Opera, Αθήνα, 2001

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Να θυμηθεί τα δόντια του

Αντιγράφω από το ιστολόγιο του Γιώργου Κεντρωτή.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΙΕΡΟΠΑΙΣ (1920-1945)


ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ


Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης, που πηγαίνει
στα πόδια των ανθρώπων και ποτέ του δεν γαυγίζει
μήτε δαγκώνει και γι’ αυτό ποτέ του δε χορταίνει
το ποθητό και δίχως πέτσα κόκκαλο, που ελπίζει.

Είναι ένας σκύλος ήσυχος, μικρούλης και φτωχός,
που απ’ τη σκυλίσια του ψυχή, για λάθος του νομίζει,
το ότι είναι σκύλος και πιο πολύ ότι είν’ μικρός.
Γι’ αυτό σαν τον κλωτσάνε δεν δαγκώνει ούτε γαβγίζει.

Είναι ένας σκύλος με ψυχή βαθιά χριστιανική,
που δείχνει ταπεινόφρονα ότι δεν έχει πονέσει,
που με την πράξη του αποχτά ευτυχία μοναδική,
μες στον παράδεισο των σκύλων μια μικρούλα θέση.

Μονάχα από τα «γήινα» τα δεινά του, λείπει, ακόμα,
κάτι, που την αγάπη του εαυτού του θα ξυπνήσει·
του λείπει μια γερή κλωτσιά, κατάμουτρα στο στόμα,
να θυμηθεί τα δόντια του, να ορμήσει να ξεσκίσει.



Από το βιβλίο: «Λευτέρης Ιερόπαις. Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μαρκόπουλο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ 21.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Άγραφον

Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια …


Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που – ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν –
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν …


Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»


Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε … Μα τώρα
αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη … Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»


Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλουθήσαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο …

Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α! … δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
тου κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!


Άγγελος Σικελιανός

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Προσοχή, ο σκύλος δαγκώνει!



Προειδοποιήσεις για άγριους σκύλους που δαγκώνουν έχουμε δει πολλές: σε εισόδους αυλών, καταστημάτων κ.λπ. Πόσο παλιές μπορεί να είναι; Αρχικά είχα την εντύπωση ότι είναι επινόηση των καιρών μας που εφαρμόστηκε κατ' ανάγκην, μετά από πολλές επιθέσεις σκύλων σε απρόσκλητους επισκέπτες, ή σαν μέσο αποθάρρυνσης αυτών ακριβώς των επισκεπτών. Η αλήθεια είναι πως από την ρωμαϊκή εποχή υπήρχαν τέτοιου είδους ταμπέλες που προειδοποιούσαν τον επισκέπτη για την ύπαρξη σκύλου. Οι επιγραφές εκείνης της εποχής ήταν πολύ πιο μεγάλες και αναλόγως πιο χρονοβόρα ήταν η κατασκευή τους: ψηφίδα ψηφίδα έφτιαχνε το μωσαϊκό ο τεχνίτης όπου αναπαριστούσε ένα σκύλο η εικόνα του οποίου συνοδευόταν από κεφαλαία γράμματα με την προειδοποίηση CAVE CANEM (λατινικά: Πρόσεχε το σκύλο.) Σχετική μαρτυρία βρίσκουμε και στο Σατυρικόν του Πετρωνίου:



"Ad sinistram enim intrantibus non longe ab ostiarii cella canis ingens, catena
vinctus, in pariete erat pictus superque quadrata littera scriptum CAVE CANEM."


(Στα δεξιά καθώς μπαίναμε, όχι μακριά από τη γωνιά της εισόδου ήταν ζωγραφισμένος στον τοίχο ένας θηριώδης σκύλος, δεμένος με αλυσίδα και από πάνω του έγραφε με κεφαλαία γράμματα: ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ.


-για την άθλια μετάφραση ευθύνεται ο τουκιθεμπλόμ)




Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Το επανιέλ του γερο-Σαλαμάνο.

En montant, dans l'escalier noir, j'ai heurté le vieux Salamano, mon voisin de palier. Il était avec son chien. Il y a huit ans qu'on les voit ensemble. L'épagneul a une maladie de peau, le rouge, je crois, qui lui fait perdre presque tous ses poils et qui le couvre de plaques et de croûtes brunes. A force de vivre avec lui, seuls tous les deux dans une petite chambre, le vieux Salamano a fini par lui ressembler...

"Όπως κατέβαινα στη σκοτεινή σκάλα, σκόνταψα πάνω στο γερο-Σαλαμάνο, που γειτονεύαμε στον ίδιο όροφο. Ήταν με το σκύλο του. Οχτώ τώρα είναι όλο μαζί. Το επανιέλ έχει μιαν αρρώστια του δέρματος, μυκητίαση νομίζω, που το κάνει να χάνει σχεδόν όλο του το τρίχωμα και που το γεμίζει με στίγματα και κρούστες καφετιές. Καθώς είναι αναγκασμένος να ζει μαζί του, μόνοι οι δυο τους σε ένα μικρό δωμάτιο, ο γερο-Σαλαμάνο κατάντησε να του μοιάζει. Έχει κρούστες κοκκινωπές στο πρόσωπο και οι τρίχες του είναι ελάχιστες και κιτρινωπές. Όσο για το σκυλί, αυτό έχει πάρει από το αφεντικό του την περπατησιά και πάει καμπουριαστό με το μουσούδι μπροστά και το λαιμό τεντωμένο. Μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια ράτσα κι όμως απεχθάνονται ο ένας τον άλλο. Δύο φορές τη μέρα, στις έντεκα και στις έξι, ο γέρος βγάζει το σκύλο του βόλτα. Εδώ και οχτώ χρόνια, δεν έχουν αλλάξει δρμολόγιο. Μπορείς να τους δεις να περπατάνε κάτω στην οδό Λυών, το σκυλί να τραβάει τον άνθρωπο μέχρι τη στιγμή που ο γερο-Σαλαμάνο θα σκοντάψει. Τότε αυτός δέρνει το σκύλο του και τον βρίζει. Ο σκύλος αρχίζει να σέρνεται από το φόβο του και αφήνεται. Και τότε είναι η σειρά του γέρου να τον τραβήξει. Όταν ο σκύλος ξεχνιέται, σέρνει το αφεντικό του κι αρχίζουν πάλι οι βρισιές και το ξύλο. Τότε, στέκονται κι οι δύο στο πεζοδρόμιο και κοιτάζονται, ο σκύλος με τρόμο, ο άνθρωπος με μίσος. Κι αυτό γίνεται όλες τις μέρες. Όταν ο σκύλος θέλει να κατουρήσει, ο γέρος δεν του αφήνει πολύ καιρό και τον τραβάει, ενώ το επανιέλ αφήνει πίσω του μια σειρά από μικρές σταγόνες. Αν κατά τύχει ο σκύλος τα κάνει μέσα στο δωμάτιο, τότε τις ξανατρώει. Κι αυτό γίνεται εδώ και οχτώ χρόνια. Ο Σελέστ λέει πάντα ότι "αυτό είναι σκέτη δυστυχία", όμως κατά βάθος κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Όταν τον συνάντησα στη σκάλα, ο Σαλαμάνο έβριζε το σκύλο του. Του έλεγε "Βρομιάρη! Ψοφίμι!" κι ο σκύλος βογγούσε. Είπα: "Καλημέρα" όμως ο γέρος έβριζε συνέχεια. Τότε τον ρώτησα τι του έκανε ο σκύλος. Δε μου απάντησε. Μόνο έλεγε: "Βρομιάρη! Ψοφίμι!" Μάντευα ότι ήταν σκυμμένος πάνω στο σκύλο του και κάτι προσπαθούσε να φτιάξει στο περιλαίμιό του. Μίλησα πιο δυνατά. Τότε δίχως να γυρίσει, μου απάντησε μ' έναν τρόπο, σαν να τον είχε πιάσει η μανία του: "Έχει κολλήσει εκεί". Μετά έφυγε τραβώντας το ζώο που είχε αφεθεί να σέρνεται στα τέσσερα πόδια του, και βογγούσε.
σελ. 36-37, Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ (μετάφραση: Λίνα Παπαδούλη-Γκινάκα), Εκδόσεις γράμματα, Αθήνα, 1984.

"Από μακριά ξεδιάκρινα στο κατώφλι της πόρτας το γερο-Σαλαμάνο που φαινόταν αναστατωμένος. Όταν πλησιάσαμε είδα ότι δεν είχε το σκύλο του. Κοιτούσε απ' όλες τις μεριές, στριφογυρνούσε, προσπαθούσε να ξεχωρίσει κάτι μέσα απ' το σκοτάδι του διαδρόμου, μουρμούριζε λέξεις δίχως νόημα και ξανάρχιζε να ψάχνει το δρόμο με τα μικρά κόκκινα μάτια του. Όταν ο Ραιημόν τον ρώτησε τι είχε, δεν απάντησε αμέσως. Σαν κάπως να τον άκουσα να μουρμουρίζει: "Βρομιάρη! Ψοφίμι!" και συνέχιζε τα πηγαινέλα του. Τον ρώτησα πού ήταν ο σκύλος του. Μου απάντησε απότομα ότι είχε φύγει. Κι ύστερα, ξαφνικά, λύθηκε η γλώσσα του: "Τον είχα πάει στο Λούνα Παρκ, όπως πάντα. Ήταν πολύς κόσμος γύρω απ' τις παράγκες. Στάθηκα να δω το "Βασιλιά της Απόδρασης". Κι όταν πήγα να φύγω, δεν ήταν πια εκεί. Ασφαλώς ήθελα από πολύ καιρό να του αγοράσω ένα μικρότερο περιλαίμιο. Μα δε μπορούσα να πιστέψω ότι αυτό το ψοφίμι μπορούσε να μου το σκάσει".
Τότε ο Ραιημόν του εξήγησε ότι ο σκύλο μπορεί να χάθηκε κι ότι θα ξαναρχόταν. Του αράδιασε παραδείγματα σκυλιών που είχαν κάνει δεκάδες χιλιόμετρα για να ξαναβρούν το αφεντικό τους. Παρ' όλα αυτά ο γέρος φαινόταν ακόμα πιο ανήσυχος. "Μα, καταλαβαίνετε ότι θα μου τον πάρουνε. Μπορεί και να βρεθεί κάποιος να τον μαζέψει. Αλλά δεν είναι δυνατόν, τον σιχαίνονται όλοι με τα κακάδια του. Οι αστυφύλακες θα τον μαζέψουν, αυτό είναι σίγουρο". Τότε του είπα ότι έπρεπε να πάει στη μάντρα που μαζεύουν τα σκυλιά και θα του τον έδιναν πίσω αν πλήρωνε κάποιο πρόστιμο. Με ρώτησε αν αυτό το πρόστιμο ήταν μεγάλο. Δεν ήξερα. Τότε νευρίασε: "Να δώσω λεφτά γι' αυτό το ψοφίμι. Μπα! Δεν πάει να τα τινάξει!"
Και βάλθηκε να το βρίζει. Ο Ραιημόν γέλασε και μπήκε στο σπίτι. Τον ακολούθησα και χωρίσαμε στο διάδρομο του ορόφου. Μετά από ένα λεπτό, άκουσα τα βήματα του γέρου κι ύστερα χτύπησε την πόρτα μου. Όταν άνοιξα, στάθηκε λίγο στο κατώφλι και μου είπε: "Να με συγχωρείτε, να με συγχωρείτε". Του είπα να μπει, όμως εκείνος δε θέλησε. Κοίταζε τις μύτες των παπουτσιών του και τα κακαδιασμένα χέρια του έτρεμαν. Χωρίς να με κοιτάει κατά πρόσωπο, με ρώτησε: "Δε θα μου τον πάρουν, πέστε μου, κύριε Μερσώ. Θα μου τον επιστρέψουν. Αλλιώς τι θ' απογίνω;" Του είπα ότι στη μάντρα κρατάνε τα σκυλιά τρεις μέρες μην τυχόν και τα ζητήσουν τ΄αφεντικά τους κι έπειτα τα κάνουν ό,τι νομίζουν πως είναι το καλύτερο. Με κοίταξε σιωπηλά. Μετά μου είπε: "καλησπέρα σας". Έκλεισε την πόρτα του και τον άκουσα να πηγαίνει πάνω κάτω. Το κρεβάτι του έτριξε. Κι απ' τον παράξενο μικρό θόρυβο που διαπέρασε το μεσότοιχο, κατάλαβα ότι έκλαιγε. Δεν ξέρω γιατί, σκέφτηκα τη μαμά. Όμως έπρεπε να σηκωθώ νωρίς την άλλη μέρα. Δεν πεινούσα και κοιμήθηκα χωρίς να φάω για βράδυ."
σελ. 46-48, ό.π.

"Στο κατώφλι της πόρτας μου βρήκα το γερο-Σαλαμάνο. Του είπα να μπει και μου ανακοίνωσε ότι ο σκύλος του είχε χαθεί, γιατί δεν ήταν στη μάντρα. Οι υπάλληλοι του είχαν πει ότι ίσως και να το είχαν πατήσει. Είχε ρωτήσει αν ήταν δυνατό να μάθει στα αστυνομικά τμήματα. Του είχαν απαντήσει ότι αυτά δεν τα καταγράφανε, γιατί συνέβαιναν καθημερινά. Είπα στο γερο-Σαλαμάνο ότι θα μπορούσε να αποκτήσει έναν άλλο σκύλο, όμως αυτός παρατήρησε και με το δίκιο του, ότι εκείνον εκεί τον είχε συνηθίσει. [...] Για να πω κάτι, τον ρώτησα για τον σκύλο του. Μου είπε ότι τον πήρε μετά από τον θάνατο της γυναίκας του. Είχε παντρευτεί αρκετά αργά. Στα νιάτα του ήθελε να παίξει στο θέατρο: στο σύνταγμα έπαιζε σε στρατιωτικά κωμειδύλλια. Όμως τελικά είχε μπει στους σιδηροδρόμους και δεν το μετάνιωσε, γιατί τώρα είχε μια μικρή σύνταξη. Δεν ήταν ευτυχισμένος με τη γυναίκα του, αλλά όπως και να 'χε το πράγμα, την είχε συνηθίσει. Όταν εκείνη πέθανε, αισθάνθηκε πολύ μόνος. Τότε ζήτησε ένα σκύλο από ένα συνάδελφο και πήρε αυτόν εδώ, μικρό σκυλάκι. Έπρεπε να το ταΐζει με το μπιμπερό. Μα αφού ένα σκυλί ζει λιγότερο από έναν άνθρωπο, κατέληξαν να γεράσουν μαζί. "Είχε κακό χαρακτήρα, μου είπε ο Σαλαμάνο. "Από καιρό σε καιρό είχαμε τους καβγάδες μας. Κι όμως ήταν ένα καλό σκυλί. Είπα ότι ήταν ωραία ράτσα κι ο Σαλαμάνο φάνηκε ευχαριστημένος. "Κι ακόμα" πρόσθεσε, "δεν το είχατε γνωρίσει πριν την αρρώστιά του. Το πιο ωραίο πράγμα που είχε ήταν το τρίχωμά του". Κάθε βράδυ και κάθε πρωί, από τότε που ο σκύλος έπαθε αυτή τη δερματική αρρώστια, ο Σαλαμάνο του έβαζε αλοιφή. Μα κατά τη δική του γνώμη, η πραγματική του αρρώστια ήταν τα γεράματα, και τα γεράματα δεν γιατρεύονται.
Εκείνη τη στιγμή χασμουρήθηκα κι ο γέρος μου ανάγγειλε ότι θα έφευγε. Του είπα πως μπορούσε να μείνει και πως είχα στενοχωρηθεί μ' αυτό που συνέβη στο σκύλο του: μ' ευχαρίστησε. Μου είπε ότι η μαμά αγαπούσε πολύ το σκύλο του. Όταν μιλούσε γι'αυτήν την έλεγε "η καημένη η μητέρα σας". [...] Μετά ζήτησε συγνώμη. Ήθελε να κοιμηθεί. Η ζωή του τώρα είχε αλλάξει κι ούτε που ήξερε τι θα έκανε. Για πρώτη φορά από τότε που τον ήξερα, μου έδωσε στα κλεφτά το χέρι κι αισθάνθηκα τα λέπια στο δέρμα του. Χαμογέλασε λίγο και πριν φύγει μου είπε: "Ελπίζω οι σκύλοι να μη γαβγίσουν απόψε. Νομίζω πάντα ότι είναι ο δικός μου."
σελ. 52-54, ό.π.

"Μόλις και μετά βίας θα άκουσαν και το Σαλαμάνο όταν είπε ότι ήμουνα καλός για το σκύλο του [...]"
σελ. 97, ό.π.

"Ο σκύλος του Σαλαμάνο άξιζε όσο κι η γυναίκα του."
σελ. 122, ό.π.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008

Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα.

O Άργος αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, λίγο πριν πεθάνει σε βαθιά γερατειά.

ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον· 290

ἂν δὲ κύων κεφαλήν τε καὶ οὔατα κείμενος ἔσχεν,

Ἄργος, Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὅν ῥά ποτ᾽ αὐτὸς

θρέψε μέν, οὐδ᾽ ἀπόνητο, πάρος δ᾽ εἰς Ἴλιον ἱρὴν

ᾤχετο. τὸν δὲ πάροιθεν ἀγίνεσκον νέοι ἄνδρες

αἶγας ἐπ᾽ ἀγροτέρας ἠδὲ πρόκας ἠδὲ λαγωούς· 295

δὴ τότε κεῖτ᾽ ἀπόθεστος ἀποιχομένοιο ἄνακτος,

ἐν πολλῇ κόπρῳ, ἥ οἱ προπάροιθε θυράων

ἡμιόνων τε βοῶν τε ἅλις κέχυτ᾽, ὄφρ᾽ ἂν ἄγοιεν

δμῶες Ὀδυσσῆος τέμενος μέγα κοπρήσοντες·

ἔνθα κύων κεῖτ᾽ Ἄργος, ἐνίπλειος κυνοραιστέων. 300

δὴ τότε γ᾽, ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,

οὐρῇ μέν ῥ᾽ ὅ γ᾽ ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,

ἆσσον δ᾽ οὐκέτ᾽ ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος

ἐλθέμεν· αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ,

ῥεῖα λαθὼν Εὔμαιον, ἄφαρ δ᾽ ἐρεείνετο μύθῳ· 305

"Εὔμαι᾽, ἦ μάλα θαῦμα, κύων ὅδε κεῖτ᾽ ἐνὶ κόπρῳ.

καλὸς μὲν δέμας ἐστίν, ἀτὰρ τόδε γ᾽ οὐ σάφα οἶδα,

εἰ δὴ καὶ ταχὺς ἔσκε θέειν ἐπὶ εἴδεϊ τῷδε,

ἦ αὔτως οἷοί τε τραπεζῆες κύνες ἀνδρῶν

γίγνοντ᾽· ἀγλαΐης δ᾽ ἕνεκεν κομέουσιν ἄνακτες." 310

τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα·

"καὶ λίην ἀνδρός γε κύων ὅδε τῆλε θανόντος.

εἰ τοιόσδ᾽ εἴη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ ἔργα,

οἷόν μιν Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς,

αἶψά κε θηήσαιο ἰδὼν ταχυτῆτα καὶ ἀλκήν. 315

οὐ μὲν γάρ τι φύγεσκε βαθείης βένθεσιν ὕλης

κνώδαλον, ὅττι δίοιτο· καὶ ἴχνεσι γὰρ περιῄδη·

νῦν δ᾽ ἔχεται κακότητι, ἄναξ δέ οἱ ἄλλοθι πάτρης

ὤλετο, τὸν δὲ γυναῖκες ἀκηδέες οὐ κομέουσι.

δμῶες δ᾽, εὖτ᾽ ἂν μηκέτ᾽ ἐπικρατέωσιν ἄνακτες, 320

οὐκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ἐθέλουσιν ἐναίσιμα ἐργάζεσθαι·

ἥμισυ γάρ τ᾽ ἀρετῆς ἀποαίνυται εὐρύοπα Ζεὺς

ἀνέρος, εὖτ᾽ ἄν μιν κατὰ δούλιον ἦμαρ ἕλῃσιν."

ὣς εἰπὼν εἰσῆλθε δόμους εὖ ναιετάοντας,

βῆ δ᾽ ἰθὺς μεγάροιο μετὰ μνηστῆρας ἀγαυούς. 325

Ἄργον δ᾽ αὖ κατὰ μοῖρ᾽ ἔλαβεν μέλανος θανάτοιο,

αὐτίκ᾽ ἰδόντ᾽ Ὀδυσῆα ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ.

Οδύσσειας, ρ 290-327

290 Αυτά καθώς λαλούσανε κι ανάμεσό τους λέγαν,
σκυλί που κοίτουνταν, τ' αυτιά και το κεφάλι ορθώνει,
ο Άργος, που ο αντρόψυχος Δυσσέας τον είχε θρέψει,
όμως δεν τόνε χάρηκε, γιατ' είχε φύγει εκείνος
στη Τροία τότες την ιερή· σ' άλλους καιρούς οι νέοι
295 τον παίρνανε, να κυνηγούν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.
Τώρα, π' ο αφέντης έλειπε, τον άφηναν πεσμένο
στην σωριασμένη την κοπριά βοδιών και μουλαριώνε,
που ομπρός στη θύρα απλώνονταν, κι οι παραγιοί αποκείθε
την σήκωναν και κόπριζαν τους κήπους του Οδυσσέα.
300 Απάνω αυτού κοιτότανε τσιμπουριασμένος ο Άργος.
Και τώρα, άμα μυρίστηκε σιμά τον Οδυσσέα,
γοργοσαλεύει την ουρά, τ' αυτιά του κατεβάζει,
μα πιο κοντά του αφέντη του δεν μπόρειε να ζυγώση.
Γύρισ' αυτός την όψη του και σφούγγισ' ένα δάκρυο
305 κρυφό με τρόπο, κι ύστερα τον πιστικό ρωτούσε·

«Μεγάλο θάμα, στην κοπριά να μνήσκη τέτοιος σκύλος·
όμορφος σκύλος, μα άραγες νά 'ναι και γοργοπόδης
κοντά στην τόση του ομορφιά, για νά 'ναι δα από κείνους
που στα τραπέζια στολισμό τους έχουν οι αφεντάδες;»
310 Κι εσύ, Εύμαιε χοιροβοσκέ, του απολογήθης κι είπες·
«Είν' εκεινού που απέθανε στα ξένα αυτός ο σκύλος.
Αν ήταν έτσι στο κορμί, και στα έργα του σαν τότες
που ο Οδυσσέας τον άφησε κινώντας για την Τροία,
τότες θα κοίτας δύναμη και γληγοράδα, αλήθεια.
315 Αγρίμι δεν του ξέφευγε μες στα βαθιά του λόγγου,
κάθε κυνήγι, που έβγαζε στ' αχνάρια μαθημένος.
Μα παθιασμένος τώρ' αυτός, ο αφέντης του στα ξένα
χαμένος, και δε νοιάζονται γι' αυτόν εδώ οι γυναίκες.
Κι οι δούλοι, σα δε βρίσκεται ποπάνω τους αφέντης,
320 δουλειά να κάμουνε σωστή δε θέλουνε πια τότες·
τι παίρνει τη μισή αρετή του ανθρώπου ο βροντορίχτης
ο Δίας, άμα της σκλαβιάς η μαύρη τού 'ρθη μέρα.»

Αυτά σαν είπε, στα λαμπρά παλάτια μέσα μπήκε,
και πήγε τους καμαρωτούς μνηστήρες ν' ανταμώση.
325 Όμως τον Άργο θάνατος μαύρος κι αχνός τον πήρε,
σαν είδε τον αφέντη του, στα είκοσι χρόνια απάνω.

(Μετάφραση: Αργύρης Εφταλιώτης)

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Δυο σκύλοι κολλημένοι

"Ο κατώτερος κόσμος δεν ανεχόταν να δει δυο σκύλους κολλημένους στο δρόμο. Τους ρίχναν νερό και τους κυνηγούσαν με ξύλα. Και οι ζαρζαβατσήδες της Μυτιλήνης να κυριεύονται από χυδαία ηθική αγανάχτηση."
σελ. 23, Τότε που ζούσαμε, Ασημάκης Πανσέληνος, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1974.